Ένα piscine παγακαλώ!


ή ελληνιστί «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα»Στα μπαρ ζούμε την απόλυτη επικράτηση των κοκτέιλ. Από την εποχή της ποτοαπαγόρευσης είχαν να γνωρίσουν τέτοια αποθέωση. Γνωρίσαμε και τους ειδικούς mixologist και δώστου τα cosmopolitan,το sex and the city φταίει γι’ αυτό, τα mojito και τα κάθε λογής daiquiri να σουλατσάρουν πάνω στα μπαρ. Ενθερμότατη δε οπαδός αυτών είμαι και εγώ. Με δυνατή μουσική προτιμώ την παρέα ενός ποτού απ’ το κρασί. Αυτό το έχω για πιο ήσυχες στιγμές.

Το αποτέλεσμα από την ανάμειξη ποτών δημιουργεί πολλές φορές έκρηξη στις γευστικές θηλές της γλώσσας. Γενικώς μ’ αρέσει να δοκιμάζω και ειδικότερα ό, τι έχει να μου προτείνει ο εκάστοτε μπάρμαν. Μέχρι πρότεινος λοιπόν θεωρούσα ότι σε γενικές γραμμές το κατέχω το αντικείμενο.

 

Σε μια έξοδό μας όμως σε γνωστό σουσάδικο, στην παρέα μας παρευρίσκετο και ένας Έλλην, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Παρίσι, με ελληνικά άψογα μεν, με ολίγην, τελείως δικαιολογημένη, παρισινή προφορά δε.

Προτού παραγγείλουμε φαγητό, ήρθε η άμοιρη η σερβιτόρα να ρωτήσει τι θα πιούμε. «Ένα shakepirinia», «ένα ουίσκυ με πάγο», «ένα apple martini» και ο κύριος; ρωτάει τον εκ Παρισιών φίλο μας, ανυποψίαστος για το τι τον περίμενε. «Ένα piscine παγακαλώ». «Δεν κατάλαβα, τι ακριβώς ζητήσατε», αποκρίθηκε ευγενικά o υπάλληλος. «Ένα piscine!», ξαναείπε λίγο ενοχλημένος. «Μάλιστα. Τι είπε ο κύριος;», ρώτησε χαμηλόφωνα την κυρία που καθόταν δίπλα του και που τύχαινε να είναι η σύζυγός του. «Ένα piscine», ξαναείπε αυτή.

 

Η σερβιτόρα έφυγε και σε λίγο κατέφθασε ένας άλλος σερβιτόρος, ο οποίος μάλλον ήταν ο υπεύθυνος για το μπαρ του εστιατορίου. «Τι θα ήθελε ο κύριος να πιει;», συνεχίζοντας την εξερεύνηση του μυστηρίου «piscine».

 «Ένα piscine!!!», ξαναπάντησε ο καθόλα γλυκύτατος φίλος μας, φανερότατα εκνευρισμένος αυτή τη φορά, ενώ όλοι οι υπόλοιποι κοιτούσαμε αμήχανα την όλη στιχομυθία.

 «Θα θέλατε να μου εξηγήσετε τι ακριβώς είναι το piscine;»

«Σε ένα μεγάλο ποτήγι κγασιού βάλτε αγκετή σαμπάνια με δυο παγάκια!!! Δεν είναι καθόλου δύσκολο!!!»

Έμεινα κόκκαλο! Μου ήταν αδιανόητο. Γιατί να μπει κανείς σε όλο αυτόν τον κόπο να καταστρέψει τη θεά των κρασιών;;; Γιατί να βάλεις καταρχάς σε ένα μεγάλο ποτήρι κρασιού σαμπάνια; Όλες αυτές οι πολύτιμες μπουρμπουλήθρες που με τόσο κόπο εγκλωβίστηκαν μέσα στο κρασί και που δίνουν την ιδιαίτερη γεύση στη σαμπάνια τις εξωθείς βίαια να εξαφανιστούν μονομιάς. Και γιατί δεν χρησιμοποιείς τουλάχιστον κάτι πιο φθηνό ως βάση, όπως ένα αφρώδες κρασί, αλλά επιμένεις να είναι σαμπάνια. Κρίμα οι ονομασίες προέλευσης και οι αγώνες για τη χρήση της ονομασίας «σαμπάνια».

Και η καταστροφή της ιέρειας των κρασιών συνεχίζεται με την προσθήκη πάγου!!! Δεν είναι αρκετή δηλαδή η εξάλειψη των φυσαλίδων, η ιεροσυλία επιβάλλει και την προσθήκη νερού, την αραίωση και αλλοίωση της γεύσης. Νομίζω ότι ο συγκεκριμένος και πολύ περήφανος για τη σαμπάνια του παραγωγός μπορεί και να χρειαζόταν ψυχολογική υποστήριξη, αν γνώριζε πώς κατάντησε το «παιδί» του.

Αυτή όμως είναι μόνο η προσωπική μου άποψη. Μπορεί για μένα είτε ζητήσεις «piscine» είτε «την καταστροφή της σαμπάνιας» να είναι ένα και το αυτό, δεν συμβαίνει το ίδιο και για τους νεογάλλους, στους οποίους το «piscine» αποτελεί μόδα και εξαιτίας αυτού είναι και ιδιαιτέρως διαδεδομένο. Εξ’ ου και ο εκνευρισμός και η απορία του φίλου μας γιατί κανείς στην Ελλάδα δεν γνωρίζει το piscine. Όταν δε τον ρώτησα αν το έχει ξαναζητήσει, μου απάντησε «παντού» και ότι μόνο σε ένα από τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία της Αθήνας το γνώριζαν.

 

Όταν λοιπόν η μόδα επιτάσσει «piscine», η σαμπάνια και η κάθε «σαμπάνια» δεν δύναται παρά να υποκύψει! Διότι περί ορέξεως και μοδός, κολοκυθόπιτα και piscine!

 

Αλίκη Μάρα Οινολογία- Γευσιγνωσία- Art of living